Τέτοιες μέρες αναπολώ τα παιδικά μου χρόνια και φέρνω στη σκέψη μου την Παραμονή της Κοιμήσεως, παλιότερων δεκαετιών. Βρισκόμουν επάνω στη ραχούλα του χωριού μου και οι εξαδέλφες μου μού έλεγαν μια ιστορία. Ότι το φαναράκι της Παναγίας, ένα υπέρλαμπρο αστέρι, ξεκινά από την Παναγία του Βλοχού και καταλήγει στην Παναγία του Προυσσού. Κι εγώ κοιτούσα στον ουρανό και λαχταρούσα να δω αυτή τη φωτίτσα, αλλά ποτέ μέχρι σήμερα δεν αξιώθηκα να δω το φλογάτο άστρο.
Σήμερα, δημοσιεύω μια προσευχή η οποία διανεμήθηκε πριν από λίγο καιρό στην εκκλησία. Πρόκειται για μια δέηση στην Παναγία την Προυσιώτισσα, της οποίας η μνήμη εορτάζει αύριο 23/8, στα εννιάμερα της Θεοτόκου.
Ρἰξε βλέμμα συμπαθές, Κυρία Θεοτόκε, ἐπάνω στὸ ἔθνος τῶν Ἑλλήνων καὶ ἴδε τὴν κάκωση ποὺ μᾶς βρῆκε. Κλῖνον τὸ οὖς σου, Ἀγνή, καὶ ἄκουσε τὴν ὀδύνη μας καὶ τὸν στεναγμὸν μας. Σε σένα προστρέχουμε, Μῆτερ ἁγία, στὴ μητρικὴ σου πρεσβεία καταφεύγουμε, στὴ δικὴ σου παρρησία πρὸς τὸν Υἱὸ σου θαρρεύουμε, Παναγία. «Θλίψεις, ὀδύναι καὶ κακώσεις ἤδη εὕροσαν Ἑλλάδα τὴν ἀθλίαν, καὶ πιστῶν σου, Ἀγνή, τὸ πλήρωμα βοᾷ σοι, ῥῦσαι ἡμᾶς, Πανύμνητε, τῆς δεινῆς πανωλεθρίας».
Ἐδῶ ποὺ γιὰ πάνω ἀπό χίλια τόσα χρόνια διάλεξες τὸν τόπο γιὰ ἐνδιαίτημὰ σου, Κυρία Προυσιώτισσα, ἀπ’ ὅταν ἡ ἱερὰ σου εἰκόνα, κατατρεγμένη ἀπό τὴ μανία τοῦ εἰκονομάχου αὐτοκράτορα, κατέφυγε ἀπὸ τὰ ἱερὰ χώματα τῆς Μικρασίας στὰ ἀπάτητα τοῦτα λημέρια, ἐδῶ, στὶς ἀπόκρημνες ἀετοφωλιές καὶ τὰ κράκουρα, διαγράφεις τὴ σεμνὴ σου παρουσία γενεὲς γενεῶν τώρα, γιὰ να ὑποδέχεσαι τὸ δάκρυ καὶ τὸν στεναγμὸ κάθε ἀναγκεμένου ποὺ προστρέχει στὴν ἄμαχη παρουσία καὶ σκέπη σου.
Μέσα στὸ ἱλαρὸ σου βλέμμα, ὅπως ἀποτυπώνεται στὴν ἁγία μορφὴ σου, μπορεῖ κανεὶς νὰ ἱστορήσει ὅλα τὰ πάθια καὶ τοὺς καημούς τοῦ γένους τῶν Ἑλλήνων στὸ διάβα τῆς ἱστορίας τους. Σύ, Μητέρα τοῦ Θεοῦ, στέκεσαι μάρτυς τῶν θλίψεων καὶ δεινῶν ὁποὺ ἐπέρασε ἡ ἑλληνικὴ φυλή, συγκοινωνὸς καὶ Σὺ τῆς κακουχίας τῆς πονεμένης ρωμιοσύνης. Ἀπὸ τὸ σεμνὸ σου κονάκι πέρασαν, ἁγία Παρθένε, οἱ λιοκαμένες ὄψεις τῶν παλληκαριῶν ποὺ πολεμοῦσαν στὴ Ρούμελη καὶ τὸ Μωριὰ τὸν Ἀγαρηνό, τότε στὴν Ἐπανάσταση τοῦ Γένους. Πέρασαν γιὰ νὰ κολλήσουν ἕνα κερὶ στὴ χάρη σου καὶ νὰ ζητήσουν τὴν ἀντίληψη καὶ προστασία σου. Φτωχοὶ καὶ πεινασμένοι καὶ ξυπόλυτοι, μὰ μὲ τὸ μεράκι ταῆς λευτεριᾶς ζωγραφισμένο στα πρόσωπά τους. Και σύ, Μάνα, τοὺς εὐλογοῦσες τὸν ἀγώνα τους. Καὶ κρατοῦσαν γερά…
Μέσα στὸ ἱλαρὸ σου βλέμμα, ὅπως ἀποτυπώνεται στὴν ἁγία μορφὴ σου, μπορεῖ κανεὶς νὰ ἱστορήσει ὅλα τὰ πάθια καὶ τοὺς καημούς τοῦ γένους τῶν Ἑλλήνων στὸ διάβα τῆς ἱστορίας τους. Σύ, Μητέρα τοῦ Θεοῦ, στέκεσαι μάρτυς τῶν θλίψεων καὶ δεινῶν ὁποὺ ἐπέρασε ἡ ἑλληνικὴ φυλή, συγκοινωνὸς καὶ Σὺ τῆς κακουχίας τῆς πονεμένης ρωμιοσύνης. Ἀπὸ τὸ σεμνὸ σου κονάκι πέρασαν, ἁγία Παρθένε, οἱ λιοκαμένες ὄψεις τῶν παλληκαριῶν ποὺ πολεμοῦσαν στὴ Ρούμελη καὶ τὸ Μωριὰ τὸν Ἀγαρηνό, τότε στὴν Ἐπανάσταση τοῦ Γένους. Πέρασαν γιὰ νὰ κολλήσουν ἕνα κερὶ στὴ χάρη σου καὶ νὰ ζητήσουν τὴν ἀντίληψη καὶ προστασία σου. Φτωχοὶ καὶ πεινασμένοι καὶ ξυπόλυτοι, μὰ μὲ τὸ μεράκι ταῆς λευτεριᾶς ζωγραφισμένο στα πρόσωπά τους. Και σύ, Μάνα, τοὺς εὐλογοῦσες τὸν ἀγώνα τους. Καὶ κρατοῦσαν γερά…
Μὰ καὶ τώρα, Δέσποινα Θεοτόκε, δὲν εἶναι μικρότερος ὁ ἀγώνας ποὺ δίνει τὸ Ἔθνος. «Ἐπιδρομαὶ τῶν ἀλαστόρων (ἀσεβῶν, κακούργων) θλίβουσιν Ἑλλάδα τὴν ταπεινήν, καὶ πολλαὶ κακώσεις εὕροσαν τοὺς δούλους σου, ἡμᾶς, Θεοχαρίτωτε, ἀλλὰ τῇ θεαυγεῖ σου εἰκόνι (εἰκόνα ποὺ λάμπει μὲ θεία αὐγὴ) πόθῳ προστρέχοντες λύσιν τῶν δεινῶν ἐξαιτούμεθα.» Μόνο ποὺ τώρα οἱ «ἀλάστορες», οἱ κακοῦργοι, δὲν εἶναι φανεροί, μήτε κι οἱ έπιδρομές τους μὲ ὅπλα καὶ κανόνια. Τώρα ξέρουν νὰ κρύβονται, γιὰ νὰ μὴν πάψουν νὰ δείχνουν πολιτισμένοι, καὶ τὰ μηχανεύματὰ τους εἶναι τέτοια ποὺ νὰ μὴ σύρουν ἐπάνω τους τὴν παγκόσμια κατακραυγή. Γι’ αὐτὸ καὶ πιὸ πανοῦργα στέκονται τώρα τὰ σχέδιὰ τους, πιὸ σατανικὲς οἱ δολιεύσεις τους.
Καθὼς τότε τοὺς πολιορκημένους στὸ Μεσολόγγι κοιτοῦσαν μὲ τὴν πείνα νὰ τοὺς κάνουν νὰ λυγίσουν, παρόμοια καὶ τώρα οἱ ἰσχυροὶ τῆς γῆς ἔβαλαν βουλὴ νὰ πολιορκήσουν τὴν ὄμορφη αὐτὴ πατρίδα, τὴν ἀγαπημένη. Εἶπαν: «Θὰ σᾶς ἀναγκάσουμε νὰ μᾶς προσκυνήσετε μέσα ἀπὸ τὴν οἰκονομικὴ ἐξαθλίωση ὅπου θὰ σᾶς ὁδηγήσουμε. Γιατὶ ἐσεῖς οἱ Ἕλληνες εἶστε τραχιὰ γενιά, ἀπροσκύνητη, καὶ πρέπει νὰ βρεθεῖ ἕνας τρόπος να καμφθεῖτε, νὰ λυγίσετε». Καὶ μᾶς ἐπέβαλαν λοιπὸν τὰ «μέτρα τους», μᾶς ἔδεσαν μὲ τὰ σκοινιὰ τους καὶ πέρασαν γύρω ἀπὸ τὸ λαιμὸ μας τὴ θηλειά. Πρέπει πάςῃ θυσίᾳ τὸ μικρὸ τοῦτο ἁλωνάκι νὰ ἁλωθεῖ. Πρέπει τὸ κάστρο τῆς Ὀρθοδοξίας νὰ πατηθεῖ. Ἀλλιῶς δὲν μποροῦν νὰ ἁπλωθοῦν τὰ σατανικὰ τους πλοκάμια ἐπάνω σ’ ὅλη τὴ γῆ.
Καὶ λοιπόν, ‘Υπεραγία Θεοτόκε, στενάζουμε. «Στεναγμοὶ τῆς σῆς ποίμνης, θρῆνοὶ τε καὶ δάκρυα νῦν ἐπληθύνθησαν· αἱ γὰρ ἀνομίαι κεφαλὴν τὴν αὐτῆς ὑπερήραντο. Ἄξια γοῦν ὄντως ὧνπερ εἰργάσατο ἀφρόνως τὰ ἐπίχειρα ἤδη κομίζεται». Ὁμολογοῦμε, Παρθένε, ὅτι ἁμαρτήσαμε. Ἁμαρτήσαμε πολύ. Δώσαμε μὲ τὴν πολιτεία μας τὴ λαβὴ νὰ μᾶς κατασπαράξουν. Στηρίξαμε τὴν εὐτυχία μας στὸ Μαμωνά. Αὐθαδιάσαμε ῥιγμένοι μὲς στὰ πολλὰ ὑλικὰ ἀγαθά. Ἀλαζονευτήκαμε. Φουσκώσαμε ἀπό ἔπαρση. Καὶ τώρα λαμβάνουμε «τὰ ἐπίχειρα» αὐτῆς μας τῆς διαγωγῆς. Oἱ συνέπειες τῆς ἀποστασίας μας ἀπὸ τὸν Θεὸ πέφτουν τώρα στὶς κεφαλὲς μας καὶ μᾶς κάνουν νᾶ θλιβόμαστε καῖ να δακρύζουμε.
Μετανοοῦμε, Παναγία μας, μετανοοῦμε καὶ προστρέχουμε καὶ πάλι –ποῦ ἀλλοῦ;- στὴν πηγὴ τοῦ ἐλέους καὶ τῆς συμπαθείας σου. Καὶ Σὲ παρακαλοῦμε, τὶς τίμιες παλάμες σου καὶ τὸ ἱλαρό σου βλέμμα ὕψωσὲ τα ἱκετευτικὰ πρὸς τὸν Υἱὸν καὶ Θεὸ σου, ὑπὲρ τοῦ ἐν περιστάσει εὑρισκομένου λαοῦ σου. Σὺ, ἀειπάρθενε Κόρη, «τὸ πένθος τῆς Ἑλλάδος καὶ κατηφὲς εἰς χαρὰν μεταποίησον, Ἄχραντε, καὶ χαρμονήν, ὅτι Σὲ προστάτιν ἐν πειρασμοῖς, λιμένα τε πανεύδιον κέκτηται ἐν σάλῳ τῶν συμφορῶν». Σὲ Σένα στηρίζουμε τὶς ἐλπίδες τῆς σωτηρίας καὶ ἐξόδου μας ἀπὸ τὴ δεινὴ αὐτὴ περίσταση που διερχόμαστε.
Ὑπεραγία Θεοτόκε, ἴδε ὅλους μας συναγμένους στὴ χάρη σου καὶ «προσπίπτοντας ἐξ’ ὅλης καρδίας τῇ φωταυγεῖ σου εἰκόνι». Βρισκόμαστε ἐδῶ «περιπαθῶς ἐξαιτοῦντες τὰ πρόσφορα», ζητώντας μὲ ζέση ψυχῆς τὶς εὐλογίες σου. Καὶ εἴμαστε βέβαιοι ὅτι δὲν θὰ μᾶς ἀποπέμψεις κενούς. Διότι «τῆς Ἑλλάδος ἁπάσης σὺ προΐστασαι πρόμαχος, πανάχραντε Παρθένε Μαριάμ», Προυσιώτισσα Κόρη.















