Πάντοτε φιλάσθενος ο πατέρας Γεράσιμος παρακαλούσε τον Θεό να έρθει κοντά του κάποιο αγαπητό πρόσωπο για παρηγοριά και για συντροφιά. Πράγματι η Παναγία μας "οικονόμησε" και του στέλνει τον παπα-Ανδρέα, μετέπειτα ηγούμενο της Μονής του Αγίου Παύλου. Φύσις ησυχαστική ο πατέρας Ανδρέας ζητούσε κι εκείνος την έρημο. Έρχεται λοιπόν και μένει μαζί του υποτασσόμενος σ' αυτόν για αρκετό διάστημα.
Παρηγορήθηκε ο πατέρας Γεράσιμος. Δόξασε τον Θεό. "Αδελφός υπό αδελφού βοηθούμενος ως πόλις οχυρά". Έτσι συνέβαινε και με τους δυο αυτούς πατέρες. Ο ένας βοηθούσε τον άλλο. Στα πρακτικά και στα πνευματικά. "Μια ημέρα, μετά την καθημερινή ακολουθία, διηγείται ο πατέρας Ανδρέας, πήγα να κάνω τον κανόνα μου και να ησυχάσω. Ξαφνικά ακούω κτύπους στην πόρτα μου.
Νόμιζα ότι με φωνάζει ο γέρων Γεράσιμος. Βγαίνω έξω, κοιτάζω τριγύρω, αλλά πουθενά άνθρωπος. Πηγαίνω στο κελί του, τον βλέπω και καθόταν εκεί δα που τον άφησα. - Γέροντα, του είπα δυνατά (ήταν και λίγο βαρήκοος ο ευλογημένος), τι κτύποι ήταν αυτοί στην πόρτα μου; - Μην ταράζεσαι, μου είπε. Άλλη φορά, όταν σου κτυπούν, μην ανοίγεις. Είναι ο "μάστορας" (ο διάβολος) που κτυπάει. Όταν σου κτυπώ εγώ την πόρτα, θα σου φωνάζω "δι' εὐχῶν τῶν ἁγίων πατέρων ἡμῶν"... είμαι ο γέροντας, άνοιξε".
"Κάποια άλλη μέρα με έστειλε ο αείμνηστος στη Λαύρα. Πλησιάζοντας στα Κρύα Νερά είδα τα κάστανα απ' το δάσος στρώμα καταγής. Μου ήρθε ο λογισμός να γεμίσω τον ντορβά μου- είχα ένα ντορβά θηρίο, 50 οκάδες χωρούσε- να τα πάω στο καλύβι μας στον Άγιο Βασίλειο και μετά να φύγω πάλι για τη Λαύρα. Έτσι έκανα. Όταν επέστρεψα από τη Λαύρα και αφού έβρασα τα κάστανα, με φωνάζει ο γέρων Γεράσιμος και μου λέει: - Ωραία κάστανα, παπά μου. Πάρε ένα πιάτο και πήγαινέ το ευλογία στον γείτονα.... άλλο ένα στον άλλον... στον άλλον... σ' όλους τους πατέρες....".
"Και κρατήσαμε κι εμείς λίγα κάστανα. Είχε ελεήμονα καρδιά ο μακαριστός. Αγαπούσε τα γεροντάκια, τους ασκητές με πηγαία αγάπη. Το ίδιο έκανε όταν είχαμε πάρει δυο τσουβάλια αλεύρι κι εζύμωσα ωραίο ψωμί στο φουρνάκι μας. Μ' έστειλε να δώσω από ένα ζεστό καρβέλι στο κάθε καλυβάκι της Σκήτης". "Ἐσκόρπισεν, ἔδωκε τοῖς πένησιν" ο ευλογημένος, ενώ ο ίδιος ζούσε σε μεγάλη θεληματική πτωχεία και στέρηση, ώστε συχνά στις επιστολές του προς τον αγιοπαυλίτη γέροντα Θεοδόσιο να ζητά ελεημοσύνη, ρούχα ή υποδήματα.
Η τελεία ακτημοσύνη ελευθερώνει τον μοναχό από την ύλη και τη μέριμνά της και τον κάνει "φοίνικα ὑψηλόν καί καρποφόρον". Με την κήρυξη του πολέμου του 1940 και την είσοδο των Γερμανών στην πατρίδα μας, ο πατέρας Γεράσιμος βρίσκεται διερμηνέας στις Καρυές και στο Φυλάκιο που είχαν στήσει οι κατακτητές στην άκρη της αθωνικής χερσονήσου, πλησίον της Ρουμανικής Σκήτης του Τιμίου Προδρόμου. Η άπταιστος γνώση της γερμανικής γλώσσης και η ταλαντούχος, ενάρετος προσωπικότητά του προσέφεραν μεγάλες υπηρεσίες στο Άγιον Όρος τις κρίσιμες εκείνες ώρες και καθ' όλο το διάστημα της γερμανικής Κατοχής.
Μάλιστα, με την ευλογία της Ιερής Κοινότητας, μεταφράζει επιστολή προς τον ίδιο τον Χίτλερ, στην οποία οι πατέρες παρακαλούν να θέσει σε θέσει το Άγιον Όρος υπό την προστασία του, αφού πρώτα υπογραμμίζουν τη μοναδικότητα της αιωνόβιας μοναστικής πολιτείας του Άθω και το "φιλήσυχον ἐν προσευχαῖς καί νηστείαις" των ασκουμένων. Ήταν ίσως η μόνη περίπτωση που ο σκληρός κι απάνθρωπος Χίτλερ ημέρεψε.
συνεχίζεται...

































































