Γνώρισόν μου τι ζητείς παρ' εμού. Είμαι έτοιμος να το εκτελέσω διά της χάριτός Σου. Τακτοποίησε εντελώς τα κατ' εμέ. Δέχομαι εκ των προτέρων με τελείαν αυταπάρνησιν παν ό, τι θελήσει η αγαθότης Σου να μου στείλει. Ω Θεέ μου, απείρως αγαπητέ! Με ηγάπησας μέχρι σημείου του ν΄ αποθάνεις δι' εμέ. Σ' αγαπώ από με΄σα από την καρδίαν μου. Σε αγαπώ περισσότερο από τον εαυτόν μου τον ίδιον και αναθέτω την ψυχήν μου εις τας χείρας Σου."
"Παραιτούμαι από σήμερον από όλην την προσπάθειαν και την αγάπη του κόσμου. Εγκαταλείπω το έργον μου και παραδίδω τον εαυτόν μου εις Σε, Δημιουργέ μου, δι' αυτά τα άγια πάθη Σου δέξαι μαι και διατήρησόν με πιστόν μέχρι του θανάτου μου. Εις το εξής, Ιησού μου, δεν επιθυμώ πλέον να ζήσω παρά μόνον δια Σε. Δεν επιθυμώ να ζητήσω τίποτε άλλο, παρά μόνο το θέλημά Σου. Βοήθησόν με διά της χάριτός Σου. Και συ, Παναγία Θεοτόκε, η ελπίς μου, μη μου αρνηθείς, δέομαι της προστασίας Σου".
Μια τέτοια προσευχή-θυσία και θυμίαμα καρδιακό- σήμανε την επιστροφή. Είναι η προσευχή του νεκραναστημένου ασώτου, που διψώντας για ζωή κράζει προς τον Πατέρα: "Πάτερ, ἥμαρτον είς τόν οὐρανόν κι ἐνώπιόν σου.... ποίησόν με ὡς ἕνα τῶν μισθίων σου ". Βάδισε πραγματικά στα ίχνη του "ἀσώτου υἱοῦ" της ευαγγελικής παραβολής. Δαπάνησε όλο το βιος της ψυχής του στην ασωτία, ώσπου "ἐγένετο λιμός ἰσχυρός κατά τήν χώραν ἐκείνην". Και η χώρα εκείνη ήταν η Ευρώπη, στην οποία έκανε τις πολύχρονες σπουδές του. Η Ευρώπη, η στερημένη ζωής πνευματικής και χορτασμένη από απληστία, από διαφθορά, από "ξυλοκέρατα".
Κάποτε όμως ανένηψε και συνειδητοποίησε το θλιβερό του κατάντημα: "Ω, πόσων αγαθών ο άθλιος εμαυτόν εστέρησα! ω, ποίας βασιλείας εξέπεσα ο ταλαίπωρος εγώ! ", στέναξε οδυνηρά από τα βάθη της ψυχής του. Σηκώθηκε λοιπόν και πήρε τον δρόμο της επιστροφής. Έπεσε στα πόδια του Πατέρα και είπε: "Δεν επιθυμώ πλέον τα πλούτη της γης.... Παραιτούμαι από σήμερον από όλην την προσπάθειαν και την αγάπην του κόσμου. Εγκαταλείπω το έργον μου και παραδίδω τον εαυτόν μου εις Σε". Και με την προσευχή του αυτή έπληξε τα τρία πρώτα γενεσιουργά πάθη των υπολοίπων πέντε παθών: τη φιλαργυρία, τη φιληδονία και τη φιλοδοξία, τους "πρωτοστάτες" των άλλων κακών, καθώς οι άγιοι Πατέρες τα ονομάζουν.
Χωρίς αμφιβολία είχε δοκιμάσει την πικρή δουλεία στα τρία αυτά αφεντικά, νέος ευσταλής ακόμα όντας. Και μάλιστα στην Ευρώπη ζώντας, στη "χώρα" εκείνη, όπου γινόταν και γίνεται ισχυρός "πνευματικός λιμός", ενώ αντιθέτως, υπάρχει απληστία υλικών αγαθών του τεχνολογικού πολιτισμού. Αλλά η Αλήθεια ήλθε, η Χάρις εξέλαμψε και για την πολύπαθη και βασανισμένη αυτή ύπαρξη. Και η πρώην ανυπότακτη καρδιά "βακχεύουσα" στον οίστρο της ασωτίας, τώρα υποτάσσεται κάτω από τα ηνία του φωτισμένου και "ηγεμονικού νου".
"Συ είσαι και θα είσαι ο δικός μου θησαυρός", κράζει προς τον Πατέρα. Είναι μια κραυγή που σημαίνει το τέλος της παλιάς ζωής και την αρχή της "καινής κτίσεως" μέσα του. Μια προσευχή που μπορεί να θεωρηθεί η πρώτη υπόσχεσις, προ του μεγάλου "όρκου της κουράς". Μια προσευχή, το πρώτο συμβόλαιο, προ του επισήμου συμβολαίου του μεγάλου σχήματος. Η προσευχή του Σπυρίδωνος Μενάγια, του μετέπειτα μοναχού Γερασίμου.
Ο πατέρας Γεράσιμος, κατά κόσμον Σπυρίδων Μενάγιας, γεννήθηκε το 1881 στην Κέρκυρα. Η οικογένειά του ήταν από τις πλέον εξέχουσες και πλούσιες μέσα στο νσί. Ο πατέρας του Παναγής Μενάγιας ασκούσε το επάγγελμα του σιτεμπόρου στη Ρουμανία. Μικρός ακόμη μετοίκησε από την Κέρκυρα, το νησί του Αγίου Σπυρίδωνος, στην Κεφαλλονιά, στο νησί του αγίου Γερασίμου. Σε μικρό χρονικό διάστημα η οικογένειά του εγκατέλειψε την Κεφαλλονιά κι εγκαταστάθηκε στην Αθήνα. Εκεί τελείωσε τη μέση εκπαίδευση μαζί με τον αδερφό του Γεράσιμο και την αδελφή του Καλή. Στο Γυμνάσιο είχε καθηγητή τον διακεκριμένο Έλληνα καλλιτέχνη Αλέξανδρο Μωραϊτίδη.
Ο Μωραϊτίδης, μαζί με το καύχημα της νεοελληνικής λογοτεχνίας, τον Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη, ονομάζεται "δίδυμο" ή κατά τον Ξενόπουλο το "δυαδικόν άστρον της Σκιάθου". Δημοσιογράφοι κιοι δυο, λαογράφοι, εμπνευσμένοι από το αθάνατο βυζαντινό πνεύμα, από την ελληνορθόδοξη παράδοση, που είναι η φύσις κι η καρδιά του λαού μας, όσο κι αν προσπάθησαν και προσπαθούν μερικοί να το λησμονήσουν.
Ο Μωραϊτίδης γράφει κάπου: "Όταν είμαστε παιδιά (αυτός κι ο Παπαδιαμάντης) συνοδεύαμε τη νύκτα τον πατέρα του Παπαδιαμάντη, τον ιερέα, που επήγαινε στα εξωκλήσια να λειτουργήσει, Ω! ήταν ωραία εκείνα τα χρόνια! Επηγαίναμε στους μακρινούς δρόμους, μας εφώτιζε το φεγγάρι και ψέλναμε κι εμείς με γοργόν ήχον: "πᾶσαν πνοήν αἰνεσάτω τὀν Κύριον".
Αυτόν τον άγιο Έλληνα και ορθόδοξο χριστιανό, για τον οποίο ο Τέλλος Άγρας γράφει ότι διακρινόταν για "την καθαρότητα, ευκαμψίαν, κομψότητα και χάριν", αυτόν τον ολυμπιονίκη του πνεύματος είχε για δάσκαλο ο Σπυρίδων Μενάγιας. Και ασφαλώς, κάποιες ρίζες της αγωγής του, όταν ακόμη ήταν γυμνασιόπαιδο, φυτεύθηκαν από το δικό του χέρι στην εφηβική ψυχή του. Είναι όντως προνόμιο να βρεις - ψάχνοντας έστω με το φανάρι του Διογένους - έναν δάσκαλο να είναι μια άλλη μάνα, που να γεννά και να πονά τον μαθητή, σπλάχνο του αληθινό, από το δικό του "αίμα", απ' το δικό του πνεύμα.
Αν η λογοτεχνία σέβεται τον εαυτό της, αν σέβεται τον άνθρωπο, που είναι "λόγος" και εικόνα θεϊκή, τότε τιμά την αποστολή της, είναι έντιμος παιδαγωγός της νεότητας, της κοινωνίας, της ανθρωπότητας. Αν υπηρετεί το πνεύμα και λειτουργεί τον λόγο- άνθρωπο, είναι όντως λογο- τεχνία. Αυτή τη φύτρα της ελληνορθοδόξου αγωγής πήρε στα γυμνασιακά του χρόνια ο Σπυρίδων, αλλά όταν ταξίδεψε στην Ευρώπη για σπουδές, την ποδοπάτησαν τα ανίερα πόδια των υλιστών του 19ου αιώνος.
(Σύγχρονες αγιορείτικες μορφές, Γεράσιμος Μενάγιας)
Καλημέρα σας! Καλή και ευλογημένη εβδομάδα!
Ας είναι ευφρόσυνος και δημιουργικός ο μήνας Μάρτιος!


















Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου