Η παιδεία είναι εκ φύσεως λιμάνι-καταφύγιο- για όλους τους ανθρώπους (Μένανδρος)--Το πιο σημαντικό είναι να μη σταματάς ποτέ να ρωτάς. Η περιέργεια έχει το δικό της λόγο ύπαρξης (Άλμπερτ Αϊνστάιν)--Μάθε να αγαπάς αυτούς που δεν πληγώνουν την αγάπη (Γ. Ρίτσος)--Τα εμπόδια δεν με πτοούν: καθένα από αυτά ενδυναμώνει τη θέληση για το ξεπέρασμά του (Λεονάρντο ντα Βίντσι)--Η πεμπτουσία της γνώσης είναι όταν την έχεις να την εφαρμόζεις κι όταν δεν την έχεις να ομολογείς την άγνοιά σου (Κομφούκιος) --Όλοι σκέπτονται να αλλάξουν τον κόσμο και κανείς τον εαυτό του (Λέων Τολστόι) --Ό, τι επαναλαμβάνουμε μας καθορίζει (Αριστοτέλης) --Δεν αγαπούν αυτοί που δεν δείχνουν την αγάπη τους (Σαίξπηρ) --Η αρετή είναι μια κατάσταση πολέμου και για να ζήσουμε μ' αυτήν πρέπει να πολεμάμε με τον εαυτό μας (Ζαν Ζακ Ρουσσώ) --Ό,τι είναι η γλυπτική για ένα κομμάτι μάρμαρο, είναι και η μόρφωση για την ψυχή (Τζότζεφ Άντισον) --Ο μέτριος δάσκαλος λέει. Ο καλός δάσκαλος εξηγεί. Ο ανώτερος δάσκαλος επιδεικνύει. Ο μεγάλος δάσκαλος εμπνέει (Γουίλιαμ Άρθουρ Γουόρντ)--Ο αληθινά σοφός δάσκαλος δεν σε προσκαλεί στον οίκο της σοφίας του, αλλά σε οδηγεί στο κατώφλι του δικού σου πνεύματος (Χαλίλ Γκιμπράν)

Δευτέρα, 14 Νοεμβρίου 2016

Γιατί δεν πρέπει να κατακρίνουμε (μέρος δεύτερο)




4. Πόσο βαρύ αμάρτημα είναι η κατάκριση; Η κατάκριση είναι πολύ βαρύ αμάρτημα. Οι Πατέρες της Εκκλησίας την κατατάσσουν στα θανάσιμα αμαρτήματα. Θανάσιμα αμαρτήματα ονομάζονται τα αμαρτήματα που προκαλούν τον πνευματικό θάνατο. Η κατάκριση φέρνει αυτό το αποτέλεσμα. Προκαλεί τον πνευματικό θάνατο, την καταστροφή της ψυχής. «Καταλαλιά ἐστιν ὄλεθρος τῆς ψυχῆς»! λέγει ο άγιος Ιωάννης της Κλίμακος.
Όταν κατακρίνουμε, φονεύουμε τον εαυτό μας με τα ίδια μας τα χέρια. Αλλά φονεύουμε και τον συνάνθρωπό μας. Διότι ο άνθρωπος δεν σκοτώνει μόνο με το όπλο ή μόνο με το δηλητήριο. Σκοτώνει και με τον συκοφαντικό λόγο του, σκοτώνει και με την κατάκριση.
Τελικώς τα βέλη που εκτοξεύει για να πληγώσει τους άλλους, επιστρέφουν και πληγώνουν τον ίδιο. Κατακρίνοντας τους άλλους, καταδικάζει τον εαυτό του. Ο Φαρισαίος κατέκρινε με ασπλαχνία τον Τελώνη και καταδικάσθηκε ο ίδιος.
Η κατάκριση είναι βαρύ αμάρτημα, γιατί είναι καρπός υπερηφανείας. 
Ως καρπός υπερηφανείας έχει μέσα της το σπέρμα του θανάτου. Λέει ο άγιος Ιωάννης της Κλίμακος ότι και χωρίς να υπάρχει άλλο πάθος, η κατάκριση μπορεί μόνη της να καταστρέψει ολοσχερώς τον άνθρωπο. Φέρνει το ίδιο ακριβώς αποτέλεσμα που φέρνει και η υπερηφάνεια. Καταργεί την ταπείνωση, διώχνει τη χάρη του Θεού και θανατώνει πνευματικά τον άνθρωπο.
Επίσης η κατάκριση είναι βαρύ αμάρτημα, διότι εξαφανίζει την αγνότητα. Είναι παρατηρημένο ότι, όταν κατακρίνουμε τους άλλους, αδυνατούμε να φυλάξουμε καθαρότητα λογισμών, καθαρότητα καρδιάς, αγνότητα ψυχής, σώματος, νου και αισθήσεων. Γιατί το παθαίνουμε αυτό; 
Διότι κατακρίνοντας δείχνουμε υπερηφάνεια, και ο Θεός παραχωρεί να πέσουμε σε βαρύτερα αμαρτήματα, όπως είναι τα σαρκικά αμαρτήματα, τα οποία ταπεινώνουν αναγκαστικά τον άνθρωπο. Στην πνευματική ζωή λειτουργούν πνευματικοί νόμοι. Δεν μπορούμε να κάνουμε υπέρβαση δικαιώματος. 
Για όσα αμαρτήματα κατακρίνουμε τους άλλους, αργά ή γρήγορα πέφτουμε κι εμείς σ’ αυτά. «Ας με ακούσετε, λέγει ο άγιος Ιωάννης της Κλίμακος, ας με ακούσετε όλοι εσείς οι κακοί κριτές των ξένων αμαρτημάτων. Εάν είναι αλήθεια, όπως και πράγματι είναι, ότι ‘‘ἐν ᾧ κρίματι κριθήσεσθε (Ματθ. ζ, 2) ’’, τότε να είστε βέβαιοι ότι για όσα αμαρτήματα κατηγορούμε τους άλλους, είτε ψυχικά, είτε σωματικά, θα πέσουμε κι εμείς σ’ αυτά. Δεν είναι δυνατόν να γίνει διαφορετικά».
Ακόμη η κατάκριση είναι βαρύ αμάρτημα, διότι καταργεί τη βασίλισσα των αρετών, την αγάπη. Όσοι κατακρίνουν, δεν έχουν αληθινή αγάπη στην καρδιά τους. Η κατάκριση είναι κατ’ εξοχήν αφιλάδελφη ενέργεια. Δεν είναι χάδι που θωπεύει τους αδελφούς, αλλά αγκάθι που τους πληγώνει. Ο άγιος Ιωάννης της Κλίμακος την παρομοιάζει με παχιά βδέλλα που ρουφάει το αίμα της αγάπης. 
Όπως η βδέλλα κολλάει στη στοματική κοιλότητα του ζώου την ώρα που το ζώο πηγαίνει να πιει νερό και κατόπιν ρουφάει το αίμα του, έτσι και η κατάκριση είναι παχιά βδέλλα, κρυμμένη και αφανής, που ρουφάει και εξαφανίζει το αίμα της αγάπης.
Ο ιερός Χρυσόστομος λέει ότι είναι προτιμότερο να τρώμε κρέας και να πίνουμε κρασί σε περίοδο νηστείας παρά να τρώμε τις σάρκες των αδελφών μας κατακρίνοντάς τους. Βεβαίως με τον σοφό λόγο του δεν εννοεί να καταλύσουμε τη νηστεία, αλλά υπογραμμίζει ότι η κατάκριση είναι βαρύτερο αμάρτημα από την κατάλυση της νηστείας, διότι καταργεί τη βασιλική αρετή της αγάπης.
Ο αδελφόθεος Ιάκωβος στην Καθολική Επιστολή του διδάσκει σαφέστατα ότι, όταν κατακρίνουμε, καταργούμε το νόμο της αγάπης (Ιακ. Δ, 11-12). Αντί να γινόμαστε «ποιηταί τοῦ νόμου», γινόμαστε «κριταί τοῦ νόμου». Ο άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής σχολιάζοντας αυτούς τους στίχους της επιστολής παρατηρεί ότι εκείνος που κατακρίνει τον αδελφό του, γίνεται κριτής του θείου νόμου, που είναι η αγάπη, και ξεπέφτει από την αγάπη του Χριστού.
Επίσης η κατάκριση είναι βαρύ αμάρτημα, διότι συμπαρασύρουμε και άλλους ανθρώπους στην κατάκριση. Όταν τους κατακρίνουμε, τους ερεθίζουμε και τους προκαλούμε να ανταποδώσουν κι αυτοί με κατάκριση. Μικρή είναι η κοινωνία μας. Από στόμα σε στόμα μαθαίνονται τα πιο πολλά. 
Μόλις πληροφορούνται τα δυσμενή σχόλιά μας, απαντούν κι αυτοί με κατάκριση και η αλυσίδα της κατακρίσεως μεγαλώνει. Συμβαίνει κάτι ανάλογο με τα αυτοκίνητα που τρέχουν με μεγάλες ταχύτητες στους εθνικούς δρόμους. Αν κάποιο αυτοκίνητο πάθει βλάβη και σταματήσει απότομα, τα αυτοκίνητα που τρέχουν πίσω από αυτό δεν προλαβαίνουν να σταματήσουν, και πέφτουν το ένα πάνω στο άλλο, με αποτέλεσμα να δημιουργείται αλυσίδα ατυχημάτων. 
Το ίδιο ακριβώς συμβαίνει με την κατάκριση. Γίνεται από έναν άνθρωπο κακή αρχή, συμπαρασύρονται και οι άλλοι και δημιουργείται αλυσίδα κατακρίσεων. Ο ένας κατακρίνει τον άλλον. Αλλά κυρίως η βαρύτητα του αμαρτήματος εστιάζεται στο γεγονός ότι αρπάζουμε δικαίωμα που ανήκει μόνο στον Θεό. 
«Σύ τις εἶ ὁ κρίνων ἀλλὀτριον οἰκέτην; (Ρωμ. ιδ, 4)». Ποιος είσαι εσύ που καταδικάζεις δούλο που δεν ανήκει στην εξουσία σου; Ποιος σου έδωσε αυτό το δικαίωμα; Ένας είναι ο Νομοθέτης και Κριτής, ο Θεός! Αυτός έχει απόλυτο δικαίωμα να δικάζει. Αυτός γνωρίζει τους διαλογισμούς, τα ελατήρια, τις μυστικές διεργασίες, που γίνονται στα βάθη της ψυχής του κάθε ανθρώπου. Αυτός γνωρίζει εάν μετανοήσαμε ειλικρινά για τις αμαρτίες που διαπράξαμε.
Εμείς δεν μπορούμε να γνωρίζουμε σε βάθος τις διεργασίες που γίνονται στις ψυχές των άλλων ανθρώπων. Τότε γιατί προτρέχουμε και γινόμαστε κριτές τους; Γιατί αρπάζουμε εξουσία που ανήκει μόνο στον Θεό; «Η κατάκριση είναι αναιδής αρπαγή θειου δικαιώματος», λέγει ο άγιος Ιωάννης της Κλίμακος.
Ο Ουράνιος Πατέρας «τὴν κρίσιν πᾶσαν δέδωκε τῷ υἱῷ (Ιω. ε, 22)». Εάν τιμούμε τον Υιό, τιμούμε και τον Πατέρα. Εμείς δεν το υπολογίζουμε αυτό. Αρπάζουμε με αναίδεια το δικαίωμα της κρίσεως από τον Υιό του Θεού και σαν να είμαστε αναμάρτητοι αλληλοκατηγορούμαστε. 
Κι ενώ οι άγιοι άγγελοι φρίττουν για το κακό που γίνεται, εμείς, λόγω της αναισθησίας μας ούτε καν ντρεπόμαστε, λέει ο άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής. Ο Κύριος μας βεβαιώνει ότι «ὁ πατήρ οὐ κρίνει οὐδένα (Ιω. ε, 22)». Επίσης μας βεβαιώνει ότι «ἐγώ οὐ κρίνω οὐδένα (Ιω. η, 15)», παρ’ όλο που έχει την εξουσία να το κάνει, διότι ο Ουράνιος Πατέρας του έδωσε αυτή την εξουσία, να είναι ο Δίκαιος Κριτής που θα κρίνει τον κόσμο. 
Αλλά κατά την πρώτη παρουσία Του δεν έκανε χρήση της εξουσίας Του, διότι δεν ήλθε «ἵνα κρίνῃ τον κόσμον, ἀλλ’ ἵνα σωθῇ ὁ κόσμος δι’ αὐτοῦ (Ιω. γ, 17).» Ο θείος Διδάσκαλος στην επί του Όρους ομλία Του διδάσκει να μην κατακρίνουμε ασυμπαθώς τον πλησίον μας, για να μην κατακριθούμε από τον άγιο Θεό. «Μη κρίνετε, ἵνα μη κριθῆτε (Ματθ. ζ, 1)».
Όταν λέει «μην κρίνετε», δεν καταργεί την ικανότητα που ο ίδιος ο Θεός χάρισε στον άνθρωπο να παρατηρεί, να κρίνει, να εκφέρει γνώμη για τις ενέργειες κάποιου προσώπου, για την ερμηνεία κάποιου γεγονότος, αλλά αναφέρεται στην κατάκριση. «Κρίσιν ἐνταῦθα την κατάκρισιν νόησον», παρατηρεί ο αρχαίος ερμηνευτής, ο Ζιγαβηνός.
Επίσης ο αδελφόθεος Ιάκωβος στην Καθολική Επιστολή του διδάσκει να μην κατακρίνουμε ο ένας τον άλλον. «Μή καταλαλεῖτε ἀλλήλων, ἀδελφοί (Ιακ. δ, 11)». Αλλά και ο απόστολος Παύλος στην Α προς Κορινθίους επιστολή του σαλπίζει να μην κατακρίνουμε: «Μή πρό καιροῦ τι κρίνετε, ἕως ἄν ἔλθῃ ὁ Κύριος (Α΄ Κορ. δ, 5)».
Ας τα σκεφθούμε λίγο καλύτερα αυτά! Ο Ουράνιος Πατέρας δεν κρίνει κανέναν! Ο Υιός δεν κρίνει κανέναν! Ο αδελφόθεος Ιάκωβος μας λέει ρητώς: μην καταλαλείτε ο ένας τον άλλον! Ο απόστολος Παύλος μας λέει σαφώς: Μη βιάζεστε να κρίνετε και βγάζετε αποφάσεις, έως ότου έλθει ο Κύριος! Και οι χωματένιοι άνθρωποι κάνουμε το ακριβώς αντίθετο. Νιώθουμε ευχαρίστηση να κουτσομπολεύουμε ο ένας τον άλλον. Παραβαίνουμε την εντολή του Θεού. Κατακρίνουμε τους πάντες και τα πάντα!
Με ποιο δικαίωμα το κάνουμε αυτό; Δεν έχουμε συναίσθηση ότι είμαστε αμαρτωλοί; Δεν βλέπουμε ότι οι αμαρτίες μας «ὑπερῆραν την κεφαλήν μας (Ψαλμός λζ(37),5»; Αντί να προσπίπτουμε στο έλεος του Θεού και να παρακαλούμε για τη σωτηρία μας, στήνουμε δικαστική έδρα και δικάζουμε τους συνανθρώπους μας; Δεν φοβόμαστε ότι έτσι που κάνουμε, διακυβεύουμε τη σωτηρία μας; Δεν το καταλαβαίνουμε ότι κατακρίνοντας τους άλλους, μεγαλώνουμε περισσότερο τα δικά μας αμαρτήματα;
Παρατηρεί ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος ότι αυτός που κατακρίνει με πικρή διάθεση και σκληρότητα τους άλλους, μεγαλώνει περισσότερο τα δικά του αμαρτήματα.Τουλάχιστον  να μας συνετίσει η σαφής διαβεβαίωση του Κυρίου μας, ότι, εάν είναι αυστηρή και ασυμπαθής η δική μας κρίση προς τους συνανθρώπους μας, αυστηρή και ασυμπαθής θα είναι και για μας η κρίση του δικαίου Κριτού. 
Με το ίδιο μέτρο που μετράμε και καταδικάζουμε τις πράξεις των συνανθρώπων μας, θα μετρηθεί και θα καταδικασθεί και η δική μας συμπεριφορά από τον άγιο Θεό. «Ἐν ᾧ μέτρῳ μετρεῖτε μετρηθήσεται ὑμῖν (Ματθ. ζ, 2)». Ο Κύριος είναι αξιόπιστος και θα κάνει αυτό που μας υπόσχεται. Τρόπον τινά εξαρτά τη σωτηρία μας από τη θέλησή μας. 
Μας λέει: Θέλετε να μην κριθείτε; Ούτε κι εσείς να κατακρίνετε. Θέλετε να είναι επιεικής και συμπαθής για σας η κρίση του δικαίου Κριτού; Επιεικής και συμπαθής να είναι και η δική σας κρίση προς τους συνανθρώπους σας. Θέλετε να είναι αθωωτική για σας η απόφασή μου; Να συγχωρείτε κι εσείς όσους σας έφταιξαν. Θέλετε να ελεηθείτε την ημέρα της Κρίσεως την επιφανή και μεγάλη; Να ελεείτε και σεις τους συνανθρώπους σας. Κάνετε το λίγο που σας ζητώ κι εγώ θα σας χαρίσω το πολύ που ζητάτε.
Αν το καλοσκεφθούμε, ο Κύριος μας ζητεί κάτι απλό, που όλοι μπορούμε να το κάνουμε. Μας δείχνει τον ευκολότερο τρόπο, για να κερδίσουμε τη Βασιλεία Του· τον ευκολότερο δρόμο για τον Παράδεισο· την ελεύθερη είσοδο, που δεν θα μας σταματήσουν τα τελώνια. Είναι αξιόπιστος ο Κύριος και θα τηρήσει την υπόσχεσή Του. Αρκεί να κάνουμε κι εμείς αυτό που οφείλουμε να κάνουμε: να μην κατακρίνουμε, για να μην κατακριθούμε. 
συνεχίζεται….


(Αβραάμ Κοκάλη, Ο ευκολότερος δρόμος για τον Παράδεισο -Να μην κατακρίνουμε-, Εκδόσεις Σωτήρ, Αθήνα 2014) 


Καλημέρα σας! Καλή και ευλογημένη εβδομάδα! 
Καλή δύναμη στην νηστεία των Χριστουγέννων!

 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Related Posts with Thumbnails