Η παιδεία είναι εκ φύσεως λιμάνι-καταφύγιο- για όλους τους ανθρώπους (Μένανδρος)--Το πιο σημαντικό είναι να μη σταματάς ποτέ να ρωτάς. Η περιέργεια έχει το δικό της λόγο ύπαρξης (Άλμπερτ Αϊνστάιν)--Μάθε να αγαπάς αυτούς που δεν πληγώνουν την αγάπη (Γ. Ρίτσος)--Τα εμπόδια δεν με πτοούν: καθένα από αυτά ενδυναμώνει τη θέληση για το ξεπέρασμά του (Λεονάρντο ντα Βίντσι)--Η πεμπτουσία της γνώσης είναι όταν την έχεις να την εφαρμόζεις κι όταν δεν την έχεις να ομολογείς την άγνοιά σου (Κομφούκιος) --Όλοι σκέπτονται να αλλάξουν τον κόσμο και κανείς τον εαυτό του (Λέων Τολστόι) --Ό, τι επαναλαμβάνουμε μας καθορίζει (Αριστοτέλης) --Δεν αγαπούν αυτοί που δεν δείχνουν την αγάπη τους (Σαίξπηρ) --Η αρετή είναι μια κατάσταση πολέμου και για να ζήσουμε μ' αυτήν πρέπει να πολεμάμε με τον εαυτό μας (Ζαν Ζακ Ρουσσώ) --Ό,τι είναι η γλυπτική για ένα κομμάτι μάρμαρο, είναι και η μόρφωση για την ψυχή (Τζότζεφ Άντισον) --Ο μέτριος δάσκαλος λέει. Ο καλός δάσκαλος εξηγεί. Ο ανώτερος δάσκαλος επιδεικνύει. Ο μεγάλος δάσκαλος εμπνέει (Γουίλιαμ Άρθουρ Γουόρντ)--Ο αληθινά σοφός δάσκαλος δεν σε προσκαλεί στον οίκο της σοφίας του, αλλά σε οδηγεί στο κατώφλι του δικού σου πνεύματος (Χαλίλ Γκιμπράν)

Δευτέρα, 26 Σεπτεμβρίου 2016

Περί αδικίας (μέρος 2ο-τελευταίο)



Τὸ σταυρὸ τοῦ Χριστοῦ τὸν βλέπουμε. Τὰ πάθη Του, ποὺ πέρασε γιὰ μᾶς, τὰ διαβάζουμε κάθε μέρα. Καὶ ὅμως, δὲν ἀνεχόμαστε καμιὰ προσβολή... Πάει, ξεφύγαμε ἀπὸ τὸν ἴσιο δρόμο.

Κάποτε τὸν ρώτησαν:

- Πῶς μπορεῖ κανείς, ὅταν τὸν κακολογοῦν καὶ τὸν ἐξευτελίζουν, νὰ μὴ θυμώνει;

Καὶ ἀποκρίθηκε:

- Ὅποιος θεωρεῖ τὸν ἑαυτό του τιποτένιο, δὲν ταράζεται, καθῶς εἶπε καὶ ὁ ἀββᾶς Ποιμήν: "Ἂν ἐξευτελίσεις τὸν ἑαυτό σου, θὰ βρεῖς ἀνάπαυση".

Ἔνας ἀπὸ τοὺς ἀδελφούς ποὺ ἔμειναν μαζί μου καὶ πῆραν ἀπὸ μένα τὸ μοναχικὸ σχῆμα, μοῦ λέει μία μέρα:

- Ἀββᾶ μου, σ' ἀγαπῶ πολύ.

- Δὲν βρῆκα ἀκόμα κάποιον ποὺ νὰ μ' ἀγαπάει ὅπως τὸν ἀγαπῶ ἐγῶ, τοῦ ἀπάντησα. Νά, τώρα λὲς ἐσὺ "σ' ἀγαπῶ". Τὸ πιστεύω. Ἂν ὅμως γίνει κάτι ποὺ δὲν σ' ἀρέσει, δὲν θὰ μείνεις ὁ ἴδιος. Ἐνῶ ἐγώ, ὅ,τι κακὸ κι ἂν πάθω ἀπὸ σένα, δὲν θὰ σταθεῖ ἰκανὸ νὰ μὲ χωρίσει ἀπὸ τὴν ἀγάπη σου.

Δὲν πέρασε πολὺς καιρὸς καί -δεν ξέρω τὶ τὸν ἔπιασε- ἄρχισε νὰ λέει πολλὰ ἐναντίον μου, ἄκομα κι αἰσχρολόγα. Τὰ μάθαινα ὅλα, ἀλλὰ ἔλεγα στὸν ἑαυτό μου: "Εἶναι ὁ καυτῆρας τοῦ Ἰησοῦ, ποὺ στάλθηκε γιὰ νὰ γιατρέψει τὴν κενοδόξη ψυχή μου. Ἀπὸ κάτι τέτοιους μπορεῖ νὰ βγεῖ κανεὶς κερδισμένος, ἂν βρίσκεται σὲ πνευματικὴ ἐγρήγορση, ἐνῶ ἀπὸ κείνους ποὺ τὸν ἐπαινοῦν ζημιώνεται. Αὐτὸς εἶναι ἀληθινὸς εὐεργέτης μου".

Ἔλεγα μάλιστα σ' ἐκείνους πού μοῦ 'φερναν τὰ μαντάτα:

- Μόνο τὰ φανερά μου κακὰ ξέρει. Κι αὐτὰ ὄχι ὅλα, ἕνα μέρος μόνο. Τὰ κρυφά μου ὅμως εἶναι ἀναρίθμητα.

Μετὰ ἀπὸ καιρὸ μὲ συναντάει στὴν Καισάρεια. Ἔρχεται, ὅπως συνήθιζε, μὲ ἀγκαλιάζει καὶ μὲ φιλάει μὲ θέρμη. 
Κάνω κι ἐγὼ τὸ ἴδιο, σὰν νὰ μὴ συμβαίνει τίποτα. Γιατὶ ὅσον καιρό μοῦ ἔσερνε ὅλα τοῦτα, κάθε φορά ποὺ μὲ συναντοῦσε μ' ἀγκάλιαζε ἐγκάρδια. Κι ἐγὼ δὲν τοῦ ἔδειχνα καμιὰν ἐπιφυλακτικότητα οὔτε τὸ παραμικρὸ σημάδι πικρίας, ἂν καὶ τὰ μάθαινα ὅλα. Αὐτὴ τὴ φορὰ ὅμως πέφτει στὰ πόδια μου καὶ μοῦ λέει:

- Συγχώρεσε μέ, ἀββᾶ μου, γιὰ τ' ὄνομα τοῦ Κυρίου, γιατὶ πολλὰ καὶ φοβερὰ ξεστόμισα ἐναντίον σου.

Κι ἐγώ, ἀφοῦ τὸν φίλησα μὲ θέρμη, τοῦ ἀποκρίθηκα χαριτολογώντας:

- Θυμᾶται ἡ θεοφιλία σου τὸ λόγο ποὺ μοῦ εἶπες κάποτε; Ἂς πληροφορηθεῖ λοιπὸν ἡ καρδία σου, ὅτι τίποτα δὲν μοῦ ξέφυγε ἀπ' ὅσα εἶπες. Ὅλα τὰ ἔμαθα, καὶ ποὺ καὶ σὲ ποιοὺς τὰ εἶπες. Δὲν εἶπα ὅμως ποτὲ ὅτι δὲν εἶναι ἔτσι, οὔτε μ' ἔπεισε κανεὶς νὰ πῶ κακὸ λόγο γιὰ σένα. Οὔτε παρέλειψα ποτὲ νὰ σὲ μνημονεύω στὶς προσευχές μου. Καὶ θὰ σοῦ φέρω ἕνα τεκμήριο τῆς ἀγάπης μου: Κάποτε πόνεσε πολὺ τὸ μάτι μου. Τότε σ' ἔφερα στὸ νοῦ μου καί, σταυρώνοντάς το, εἶπα: "Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, μὲ τις εὐχὲς τοῦ ἀδελφοῦ, θεράπευσέ με". Καὶ ἀμέσως γιατρεύτηκα!

Θυμήθηκε τότε ὁ μακάριος κάποιον ἀββᾶ πραότατο, πού, γιὰ τὴ μεγάλη του ἀρετὴ καὶ τὰ θαυμαστὰ σημεῖα πού ἐπιτελοῦσε, ὅλη ἡ χώρα τὸν τιμοῦσε σὰν ἄγγελο Θεοῦ. Μία μέρα πῆγε κάποιος, παρακινημένος ἀπὸ τὸν πονηρό, καὶ τὸν ἔβρισε βαριὰ μπροστὰ σὲ ὅλους. Ὁ γέροντας στεκόταν προσέχοντάς τον μέσα στὸ στόμα καὶ λέγοντας:


- Ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ στὸ στόμα σου, ἀδελφέ.

- Ναί, ἐλεεινέ, γεροφαγά!... συνέχιζε μανιασμένος ἐκεῖνος. Αὐτὰ τὰ λὲς γιὰ νὰ φανεῖς στοὺς ἄλλους πρᾶος.

- Πράγματι, ἀδελφέ μου, παραδέχτηκε ὁ γέροντας, αὐτό ποὺ λὲς εἶναι ἀληθινό.

Μετὰ τὸ ἐπεισόδιο, τὸν ρώτησε κάποιος:

- Δὲν ταράχτηκες καθόλου, καλόγερε;

- Ὄχι! ἀποκρίθηκε. Ἔνιωθα σὰν νὰ σκέπαζε τὴν ψυχή μου ὁ Θεός.

Ὅταν ἤμουν σ' ἕνα μοναστήρι τῆς Τύρου, πρὶν βγῶ στὴν ἔρημο, μᾶς ἐπισκέφθηκε ἕνας ἐνάρετος ἀσκητὴς τὴν ὥρα ποὺ διαβάζαμε τὰ «Ἀποφθέγματα τῶν ἁγίων Γερόντων».

Διαβάζοντας, φτάσαμε στο γέροντα ἐκεῖνο, ποὺ πῆγαν ληστὲς καὶ τοῦ εἶπαν:

- Θέλουμε ὅλα ὅσα ἔχεις στὸ κελλί σου.

Κι ἐκεῖνος ἀπάντησε:

- Ὅσα σᾶς φαίνονται καλά, παιδιά μου, πᾶρτε τα.

Τὰ πῆραν λοιπὸν ὅλα κι ἔφυγαν. Ἄφησαν μόνο ἕνα σκαλιστήρι. Τὸ παίρνει ἀμέσως ὁ γέροντας καὶ τρέχει ξοπίσω τους φωνάζοντας:

- Παιδιά, πᾶρτε κι αὐτό που ξεχάσατε!

Οἱ ληστὲς τότε, θαυμάζοντας τὴν ἀνεξικακία του, τὰ ἐπέστρεψαν ὅλα στο κελλί του καὶ μετανοημένοι, εἶπαν μεταξύ τους:

- Πραγματικά, ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ εἶναι τοῦτος ἐδῶ...

Μόλις λοιπὸν διαβάσαμε αὐτὸ τὸ ἐπεισόδιο, μοῦ λέει ὁ ἐπισκέπτης μας ἀσκητής:

- Ξέρεις, ἀββᾶ μου, αὐτὸ τὸ περιστατικὸ πολὺ μὲ ὠφέλησε.

- Πῶς, πάτερ; τὸν ρώτησα.

Καὶ μοῦ διηγήθηκε:

- Κάποτε, ποὺ ἔμενα στὰ μέρη τοῦ Ἰορδάνη, τὸ διάβασα, θαύμασα τὸ γέροντα κι ἔκανα προσευχή: "Κύριε, Ἐσύ ποὺ μὲ ἀξίωσες νὰ πάρω τὸ σχῆμα τῶν ἁγίων αὐτῶν γερόντων, ἀξίωσέ με ν' ἀκολουθήσω καὶ τὰ ἴχνη τους".

Καθῶς λοιπὸν εἶχα τοῦτον τὸν πόθο, μετὰ ἀπὸ δύο μέρες κάποιοι μοῦ χτύπησαν τὴν πόρτα. Κατάλαβα πῶς ἦταν ληστὲς καὶ εἶπα μέσα μου: "Δόξα τῷ Θεῷ, τώρα εἶναι καιρὸς νὰ δείξω τὸν καρπὸ τοῦ πόθου μου". "Ἄνοιξα καὶ τοὺς δέχτηκα μὲ ἱλαρότητα. Ἄναψα ἕνα λυχνάρι καὶ ἄρχισα νὰ τοὺς δείχνω τὰ πράγματα, λέγοντας:

- Μὴν ἀνησυχεῖτε. Πιστεύω ὅτι, μὲ τὴ χάρη τοῦ Κυρίου, δὲν θὰ σᾶς κρύψω τίποτα.

- Ἔχεις χρυσάφι; μὲ ρώτησαν.

- Ναί, ἔχω τρία νομίσματα.

Καὶ ἄνοιξα μπροστά τους ἕνα κουτί. Τὰ πῆραν κι ἔφυγαν εἰρηνικά.

Τότε ἐγὼ -συνέχισε ὁ ἀββᾶς Ζωσιμάς- ἀστειευόμενος τοῦ εἶπα:

- Γύρισαν πίσω κι αὐτοί, ὅπως οἱ ἄλλοι στὸ γέροντα;

- Θεὸς φυλάξοι! μοῦ ἀπάντησε ἀμέσως. Μὰ δὲν ἤθελα νὰ ἐπιστρέψουν!

Ὁ μακάριος Σέργιος μοῦ διηγήθηκε τὰ ἑξῆς:

Βαδίζαμε κάποτε μ' ἔναν ἅγιο γέροντα καὶ χάσαμε τὸ δρόμο. Χωρὶς νὰ ξέρουμε ποὺ πᾶμε, βρεθήκαμε σ' ἕνα σπαρμένο χωράφι καὶ πατήσαμε κατὰ λάθος λίγα σπαρτά.
Μόλις μᾶς πῆρε εἴδηση ὁ γεωργός, ἔγινε ἔξω φρενῶν κι ἄρχισε νὰ μᾶς βρίζει:

- Μοναχοὶ εἶστε σεῖς; Ἂν εἶχατε φόβο Θεοῦ, τέτοιο πρᾶγμα δὲν θὰ κάνατε!

Τότε μᾶς λέει ὁ ἅγιος γέροντας:

- Γιὰ τ' ὄνομα τοῦ Θεοῦ, μὴ μιλήσει κανείς!

Καὶ εἶπε στὸ γεωργὸ μὲ πραότητα:

- Καλὰ λές, παιδί μου! Ἂν εἶχαμε φόβο Θεοῦ, δὲν θὰ τὸ κάναμε.

Ἐκεῖνος ὅμως συνέχισε νὰ μᾶς βρίζει ἀγριεμένος.

Ὁ γέροντας πάλι παραδέχτηκε:

- Ἔχεις δίκιο. Ἂν ἤμασταν πραγματικοὶ μοναχοί, δὲν θὰ σοῦ κάναμε τέτοια ζημία! Ἀλλά, γιὰ τὸν Κύριο, συγχώρεσέ μας, σὲ παρακαλοῦμε, ποὺ ἁμαρτήσαμε.

Κατάπληκτος τότε ἐκεῖνος, ρίχνεται στα πόδια τοῦ γέροντα, λέγοντας:

- Ἐσὺ συγχώρεσέ με, ἀββᾶ, γιὰ τὸν Κύριο, καὶ πᾶρε με μαζί σου.

Καὶ ὁ μακάριος Σέργιος μὲ βεβαίωσε:

- Πραγματικά, μᾶς ἀκολούθησε καὶ ἔλαβε τὸ μοναχικὸ σχῆμα.

Καὶ τόνιζε ὁ ἀββᾶς Ζωσιμάς:

Νὰ τὶ κατόρθωσε, μετὰ τὸ Θεό, ἡ πραότητα καὶ ἡ εἰλικρινὴς ὁμολογία τοῦ ἁγίου: Νὰ σώσει ψυχὴ πλασμένη «κατ' εἰκόνα Θεοῦ», ποὺ τὴν προτιμάει ὁ Κύριος περισσότερο ἀπὸ μύριους κόσμους μὲ ὅλα τὰ ἀγαθά τους!...

Μοῦ διηγήθηκε ἔνας ἀδελφὸς τὰ ἀκόλουθα:

Εἴχαμε πολλὴ ἀγάπη μὲ κάποιο διάκο τῆς λαῦρας τοῦ ἀββᾶ Γερασίμου στον Ἰορδάνη. 
Κάποτε ὅμως, χωρὶς νὰ ξέρω γιὰ ποιὸ λόγο, ἄρχισε νὰ μοῦ φέρεται ψυχρά. Τὸν ρώτησα νὰ μάθω τὴν αἰτία, καί μοῦ εἶπε:

- Αὐτὸ κι αὐτὸ ἔκανες.

Ἐγὼ τὸν βεβαίωσα ὅτι δὲν εἶχα κάνει τίποτα τέτοιο, μὰ ἐκεῖνος μοῦ ἀπάντησε:

- Συγχώρεσέ με, ἀλλὰ δὲν πείθομαι ὅτι εἶναι ἔτσι ποὺ τὰ λές.

Γυρίζοντας στὸ κελλί μου, ἄρχισα νὰ ἐρευνῶ τὴ συνείδησή μου, ἂν εἶχα κάνει τέτοιο πρᾶγμα, ἀλλὰ δὲν ἔβρισκα.

Ἡ ψυχρότητα ὅμως μὲ τὸ διάκο συνεχιζόταν. Τότε θυμήθηκα τὰ λόγια τῶν ἁγίων Πατέρων καί, στρέφοντας λίγο τὸ λογισμό μου, λέω στὸν ἑαυτό μου: "ὁ διάκος μ' ἀγαπάει γνήσια, καὶ γι' αὐτὸ πῆρε τὸ θάρρος νὰ μοῦ φανερώσει ὅ,τι εἶχε ἡ καρδιά του γιὰ μένα, ὥστε νὰ μὴν τὸ ξανακάνω. Ἀλλὰ ἐσύ, ἄθλια ψυχή, λὲς ὅτι δὲν τὸ ἔκανες αὐτό. Μύρια ὅμως κακὰ ἔχεις κάνει καὶ τὰ ἔχεις λησμονήσει. Ποῦ εἶναι ὅσα ἔκανες χθὲς ἢ πρὶν δέκα μέρες; Τὰ θυμᾶσαι; Κι αὐτὸ λοιπὸν τὸ ἔκανες, ὅπως κι ἐκεῖνα, καὶ τὸ ξέχασες, ὅπως κι ἐκεῖνα".

Μὲ τέτοιο λογισμὸ σηκώθηκα καὶ πῆγα νὰ τοῦ βάλω μετάνοια. Χτύπησα τὴν πόρτα. Ἀλλὰ μόλις ἄνοιξε, μοῦ ἔβαλε πρῶτος μετάνοια, λέγοντας:

- Συγχώρεσέ με, ἀδελφέ, γιατὶ μὲ ἐξαπάτησαν οἱ δαίμονες καὶ σὲ ὑποψιάστηκα ἄδικα γιὰ κείνη τὴν περίπτωση. Μὲ πληροφόρησε ὅμως ὁ Θεός, ὅτι πραγματικὰ ἐσὺ εἶσαι ἀθῶος.

Καὶ δὲν μὲ ἄφησε νὰ τοῦ πῶ τίποτα, ἐπιμένοντας ὅτι δὲν ὑπάρχει πιὰ λόγος.

Θαύμαζε ὁ ἀββᾶς Ζωσιμὰς τὴν εὐσπλαχνία τῶν ἁγίων ἀκόμα καὶ σ' ὅσους τοὺς ἀδικοῦσαν, καὶ διηγήθηκε τὴν ἀκόλουθη διδακτικὴ ἱστορία, ὅπως τοῦ τὴν περιέγραψε κάποιος ἡγούμενος:

Κοντὰ στὸ κοινόβιό μας ἀσκήτευε ἔνας γέροντας μὲ ἀγαθότατη ψυχή.

Μιὰ φορά ποὺ ἀπουσίασε, κάποιος γείτονάς του μοναχὸς πῆγε στὸ κελλί του καὶ τοῦ πῆρε ὅλα τὰ σκεύη καὶ τὰ βιβλία.

Ὅταν γύρισε ὁ γέροντας καὶ δὲν βρῆκε τὰ πράγματά του, πῆγε ἀνυποψίαστος νὰ τὸ πεῖ στον ἀδελφό. Βρίσκει λοιπὸν ἐκεῖ ὅλα τὰ σκεύη του μὲς στὴ μέση, γιατὶ ὁ ἄλλος δὲν εἶχε προλάβει νὰ τὰ κρύψει.
Ὁ γέροντας, μὴ θέλοντας νὰ τὸν ντροπιάσει οὔτε νὰ τὸν μαλώσει, προσποιήθηκε ὅτι τὸν ἔπιασε τάχα «κόψιμο». Βγῆκε ἀμέσως, πῆγε στὸ ἀποχωρητήριο κι ἔμεινε ἐκεῖ ἀρκετὴ ὥρα, ὥσπου νὰ κρύψει ὁ ἀδελφὸς τὰ πράγματα. Ὅταν ἐπέστρεψε ὁ γέροντας, ἄρχισε νὰ συζητάει γι' ἄλλα θέματα. Για τὴν κλοπὴ δὲν τοῦ εἶπε τίποτα.

Μετὰ ἀπὸ λίγες μέρες ὅμως κάποιοι ἄλλοι ἀναγνώρισαν τὰ κλεμμένα σκεύη κι ἔβαλαν τὸν κλέφτη στὴ φυλακή, χωρὶς νὰ τὸ μάθει ὁ ἴδιος ὁ γέροντας. Ὅταν ἀργότερα πληροφορήθηκε ὅτι ὁ ἀδελφὸς εἶναι στὴ φυλακή, λυπήθηκε πολύ. Δεν ἤξερε ὅμως γιὰ ποιάν αἴτια φυλακίστηκε. Ἦρθε λοιπὸν σὲ μένα -συνεχίζει ὁ ἡγούμενος- καὶ μοῦ λέει:

- Κάνε ἀγάπη, ἀββᾶ, δῶσε μου μερικὰ αὐγὰ καὶ λίγο ἄσπρο ψωμί.

- Ἔχεις κάποιον φιλοξενούμενο; τὸν ρώτησα.

- Ναί, μοῦ ἀπάντησε.

Στὴν πραγματικότητα τὰ ἤθελε γιὰ νὰ τὰ πάει στὴ φυλακὴ καὶ νὰ παρηγορήσει λίγο τὸν ἀδελφό.

Μόλις τὸν εἶδε ἐκεῖνος, πέφτει στὰ πόδια του, λέγοντας:

- Γιὰ σένα εἶμαι ἔδω, ἀββᾶ, γιατὶ ἐγὼ ἔκλεψα τὰ πράγματά σου. Ἀλλὰ νά, τὸ βιβλίο σου εἶναι στὸν τάδε, τὸ ἰμάτιό σου στὸν δεῖνα...

- Ἂς πληροφορηθεῖ ἡ καρδία σου, παιδί μου, τοῦ εἶπε ὁ γέροντας, ὅτι δὲν ἦρθα ἐδῶ γι' αὐτὸ οὔτε ἔμαθα ὁλότελα ὅτι εἶσαι στὴ φυλακὴ ἐξαιτίας μου. 
Ἀλλὰ ὅταν ἄκουσα πῶς βρίσκεσαι ἐδῶ, λυπήθηκα καὶ ἦρθα νὰ σὲ παρηγορήσω -νά, δὲς καὶ τ' αὐγὰ καὶ τὸ ψωμί. Τώρα ὅμως ποὺ τὸ μαθαίνω, θὰ κάνω τὸ πᾶν, ὥσπου νὰ σὲ βγάλω ἀπ' τὴ φυλακή. Πράγματι, πῆγε καὶ παρακάλεσε μερικοὺς μεγάλους, ποὺ τοὺς ἦταν γνωστὸς γιὰ τὴν ἀρετή του, κι αὐτοὶ ἔστειλαν καὶ τὸν ἐλευθέρωσαν.

Εἶχαν νὰ λένε πάλι γιὰ τὸν ἴδιο γέροντα, ὅτι πῆγε κάποτε στὴν ἀγορὰ καὶ ἀγόρασε ἕνα ἰμάτιο. Ἔδωσε ἕνα χρυσὸ νόμισμα κι ἔπρεπε νὰ συμπληρώσει ἀκόμα μερικὰ κέρματα. Κάθησε πάνω στο ἰμάτιο καὶ ἄρχισε νὰ μετράει στὸν πάγκο.

Ἐκείνη τὴ στιγμὴ ἔνιωσε ὅτι κάποιος προσπαθοῦσε νὰ τοῦ κλέψει τὸ ἰμάτιο. Μόλις τὸ κατάλαβε ὁ γέροντας, ὄντας στὸ ἔπακρο σπλαχνικός, λίγο λίγο ἀνασηκωνόταν, τάχα γιὰ νὰ φτάνει τὰ κέρματα στὸν πάγκο, ὥσπου ὁ ἄλλος πῆρε τὸ ἰμάτιο κι ἔφυγε.

Καὶ ἔλεγε ὁ μακάριος Ζωσιμᾶς:

Πόση ἀξία εἶχαν τὰ σκεύη ἣ τὸ ἰμάτιο ποὺ ἔχασε; Ἀλλὰ ἡ προαίρεσή του ἦταν μεγάλη. Ἀπόδειξη, ὅτι, κι ὅταν τοῦ τὰ πῆραν, ἔμεινε ὁ ἴδιος: οὔτε λυπημένος, οὔτε ταραγμένος.

Ἂς ἀγωνιστοῦμε λοιπὸν κι ἐμεῖς, ἀδελφοί, νὰ μιμηθοῦμε τοὺς ἁγίους Πατέρες, ὥστε νὰ φέρουμε καρποὺς πνευματικοὺς κι ἔτσι νὰ κερδίσουμε τὰ αἰώνια ἀγαθά.

(Αββά Ζωσιμά, Όταν σε αδικούν, Ιερά μονή Παρακλήτου, Ωρωπός Αττικής 2014, Έκδοση 34η)
Καλημέρα σας! Καλή και ευλογημένη εβδομάδα! 

 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Related Posts with Thumbnails